Ο Λύκος μου…

Τζόναθαν Βανκιν & Τζον Γουόλεν οι 80 μεγαλύτερες συνομωσίες
May 15, 2019
Ο Άρουν Γκάντι στην Ελλάδα!
May 16, 2019

Εγώ τον δικό μου λύκο τον ταΐζω κάθε βράδυ. Μόλις πέσει η νύχτα και το σύμπαν ησυχάσει του λύνω το λουρί απ’ το λαιμό. Τον αφήνω ελεύθερο. Μυρίζει τα πόδια μου, να καταλάβει πόση γη πάτησα και σήμερα. Μυρίζει τα χέρια μου, να βρει ποιον χάιδεψα και σήμερα. Ανεβαίνει στο λαιμό μου. Χώνει τη μουσούδα του μέσα. Ψάχνει να νιώσει τον σφυγμό μου. Θέλει να μάθει πόσο τον φοβάμαι. Θέλει να μάθει πόσο μ’ εξουσιάζει ακόμα.

Ανεβαίνει πιο ψηλά, στο πρόσωπό μου. Ερχόμαστε αντίκρυ. Του χαμογελώ γλυκά. Του χαϊδεύω το κεφάλι. Κοιταζόμαστε. Τα βλέφαρά μας ακίνητα. Με μια γρήγορη κίνηση μου γλείφει τη μύτη με τη γλώσσα του. Η μύτη μου τώρα υγρή και ζεστή. Σαν τη δική του. Μου «μιλάει». Με διδάσκει την όσφρηση. Να μάθω να μυρίζω κι εγώ. Να μυρίζω τον κίνδυνο, όπως κάνει κι εκείνος. Ύστερα απαιτεί να τον ταΐσω. Κουλουριάζεται ήρεμος στο χαλί και περιμένει...

Αρχίζω την αφήγηση. Πόσο θύμωσα σήμερα... Ποιόν ζήλεψα σήμερα... Πόση στέρηση βίωσα πάλι...
Πόσος φόβος με καβάλησε πάλι... Πόσο εγωιστικά φέρθηκα σήμερα... Πόση αλαζονεία κι έπαρση πούλησα σήμερα... Ύστερα κλαίω. Κλαίω πολύ. Αδειάζω. Τα μάτια μου κοκκινίζουν.

Με πλησιάζει και μου γλείφει το χέρι. Ανεβαίνει πάλι επάνω μου. Έρχεται ξανά στο πρόσωπό μου. Κολλάει την μύτη του στη μύτη μου. Με κοιτά ώρα πολλή. Παίρνει δύναμη απ’ τα κόκκινα μάτια μου. Σφουγγίζει με τη γλώσσα του τα δάκρυά μου. Ξεδιψάει. Ύστερα, χορτάτος πια, πηγαίνει στο παράθυρο. Ουρλιάζει και σείεται η νύχτα. Πονάει όπως εγώ. Πονάει για μένα.

Έπειτα χαζεύει από το παράθυρο το φεγγαράκι. Είναι ευχαριστημένος. Είναι κι απόψε πλήρης. Έρχεται δίπλα μου. Κρατά το λουρί του στο στόμα. Του δένω την άκρη του στο κάγκελο του κρεββατιού. Πέφτω να κοιμηθώ. Λίγα λεπτά αργότερα αισθάνομαι το βάρος του σώματός του. Σκεπάζει τα πόδια μου. Μόνο στα πόδια τώρα πια.

Χορτάτος, ήρεμος. Ψηλαφίζω το αριστερό μου χέρι. Βρίσκω το άγριο εκείνο σημείο της σάρκας μου. Ένα μικρό βαθούλωμα. Μετά λίγη σάρκα. Μετά ακόμα ένα μικρό βαθούλωμα. Τα δόντια του. Θυμάμαι...τότε... Τον είχα αφήσει νηστικό. Καιρό πολύ. Εξαγριώθηκε. Έκοψε μόνος του το λουρί. Με περίμενε να ξαποστάσω. Ανυποψίαστη. Για να ορμήσει. Να εκδικηθεί για την πείνα του. Τη λύσσα του.

Τώρα πια εξημερώθηκε. Είναι ένας λύκος χορτάτος. Ο εσωτερικός μου λύκος. Βυθίζομαι σ’ έναν ύπνο λυτρωτικό. Στην ντουλάπα μου κρέμεται καθαρή και σιδερωμένη η κόκκινη στολή μου και η κάπα μου. Αύριο το πρωί θα ντυθώ και πάλι κοκκινοσκουφίτσα