Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα

Σκυλοκουβέντες…
March 24, 2019
Ψάρια, βατράχια και σκοτεινά νερά
March 25, 2019

Από μικρή λάτρευα τις παλιές ελληνικές ταινίες, ασπρόμαυρες και έγχρωμες. Μ άρεσε το χιούμορ , οι χαρακτήρες , οι δικοί μας ηθοποιοί « μύθοι » μα κυρίως πιστεύω μ άρεσε κάθε φορά το νόημα της ιστορίας και το μήνυμα που είχε ν' αφηγηθεί στο κοινό με τρόπο « ελαφρύ » και γελαστό. Πίσω λοιπόν στο 1965 ο... Αντωνάκης , (που μάλλον σε όλη την ταινία , κοπανιέται μ αυτό το υποκοριστικό της συντρόφου του). Δεν είναι τόσο το γεγονός πως η ίδια η Ελένη επεδίωκε να τον υποτιμήσει ( πως αποκαλείς Αντωνάκη κοτζάμ τμηματάρχη υπουργείου και μελλοντικό διευθυντή όταν η ίδια δεν έχεις τελειώσει ούτε το δημοτικό ; ) όσο ότι δήλωνε με τρυφερό και άμεσο τρόπο τη στοργή και την αγάπη της μέσα στην αντωνυμία « μου ». Αυτό ήξερε, αυτό έκανε. Πως όμως μια δήλωση τρυφερότητας έρχεται και πατάει τα πιο πονετικά κομμάτια μέσα του και το επιστρέφει πίσω σ εκείνη με υπεροψία, άμυνα και ένα καθεστώς μόνιμης απειλής παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω και κάνω ότι μου γουστάρει;

Ο Αντωνάκης Κοκοβίκος χαρακτήρας αμετακίνητος, φοβικός στις αλλαγές , μ ένα παγωμένο και σκληρό κομμάτι που κουβαλούσε ωστόσο από πίσω βαθειά υποτίμηση. Ένας άνθρωπος κατά βάση καλός, δεν την κακομεταχειριζόταν τη σύντροφό του, δεν την απατούσε ούτε την αγνοούσε. Της παρείχε πράγματα και αντ’ αυτού είχε επιλέξει να του εκφράζει εκείνη την ευγνωμοσύνη της βαρώντας προσοχές. Δεν έκανε όμως το βασικό βήμα για να πάει η σχέση παρακάτω. Όχι , δεν εννοούμε το μυστήριο του γάμου. Πριν απ αυτή την δήλωση υπάρχει μια θέση που ο Αντωνάκης δεν μπόρεσε να πάρει στα 10 χρόνια σχέσης τους. Μια θέση απέναντι στη σύντροφό του να υποστηρίξει ανοιχτά τη σχέση τους στους φίλους του, στη γειτονιά και παρακάτω σε μεγαλύτερη κλίμακα παρά την έκρυβε γιατί ντρεπόταν. Και επειδή οι κοντινοί μας άνθρωποι είναι συνήθως οι μεγαλύτεροι καθρέφτες μας ίσως να λέγαμε ότι ο Αντωνάκης ντρεπόταν για τον ίδιο του τον εαυτό. Συγκρινόταν εξάλλου φανερά με τους φίλους του και όχι από κακία ή αριβισμό. Αλλά από ένα σκληρό και τσιγκούνικο βλέμμα απέναντι στον εαυτό του κι έτσι δυσκόλευε και την συμβίωση με τη σύντροφό του. Ο ίδιος από τη θέση του εξάντλησε τη σχέση όπως εξάντλησε και το σπίτι που έμεναν. Είναι μυθικά τα μπινελίκια του εργάτη στην αρχή της ταινίας για τον κάτοικο του σπιτιού και πως ρήμαξε το σπίτι. Ήταν όμως κι εκείνος που στο τέλος παραδέχτηκε στον εαυτό του όλο το φταίξιμο για την πορεία της σχέσης. Φοβόταν ο Αντωνάκης μη δώσει αέρα στη σχέση και στην Ελένη, φοβόταν το παρακάτω γιατί πιθανότατα φοβόταν μήπως χάσει τον εαυτό του. Εξάλλου τόσος εγωισμός μόνο επάνω σε αυτό το συναίσθημα βρίσκει έδαφος και φυτρώνει και θεριεύει και στο τέλος σηκώνει το δρεπάνι θερίζοντας σχέσεις και συναισθήματα.

Το λάθος της Ελένης ; Η δική της θέση « θύματος » για να κρατήσει τη σχέση. Όχι, ο σκοπός της δεν ήταν ο γάμος. Θα το είχε κάνει εξάλλου νωρίτερα απλά με κάποιον άλλον. Τον αγαπούσε τον Αντωνάκη , ειλικρινά και άδολα. Όμως όχι ισότιμα ! Καμία σχέση δεν μπορεί να προχωρήσει με τέτοια ανισοτιμία, με τον έναν στο ρόλο του εγωιστή και τον άλλον στου θύματος. Απλά σε μια τέτοια συνθήκη το δίπολο της σχέσης έχει διάρκεια γιατί έχουν στρέψει και οι δύο το μαχαίρι στην πιο βαθειά πληγή του άλλου. Από μια τέτοια συνθήκη φεύγεις μόνο όταν αποφασίσεις ν αλλάξεις. Με άλλα λόγια όταν δεν αντέχεις περισσότερο. Οι απαιτήσεις της Ελένης αμέσως μετά το μυστήριο του γάμου και η « φασαρία » που έκανε πήγαζαν από την επιθυμία της για ένα νέο συμβόλαιο στη σχέση τους μιας και η συνθήκη άλλαξε. Έγινε γάμος. Το συμβόλαιο της σχέσης που συνάφθηκε την πρώτη φορά στην αρχή της επουδενεί δεν παραμένει το ίδιο ες αεί. Αλλάζει , ανανεώνεται όπως αλλάζουμε κι εμείς οι ίδιοι. Στο διαζύγιο τους αρνήθηκε οποιαδήποτε οικονομική εξασφάλιση εκ μέρους του και επίσης δεν ξαναπαντρεύτηκε στο μεσοδιάστημα ούτε έκανε άλλη σχέση , όπως ούτε ο Αντωνάκης εξάλλου. Ίσως αυτό που ήθελε να ξορκίσει η Ελένη φωνάζοντας τόσο πολύ είναι τον φόβο του θανάτου επάνω στον οποίο της έγινε η πρόταση γάμου ( μετά από μια κηδεία ). Σίγουρα η ιδέα του θανάτου παραμονεύει σε κάθε γωνιά του δρόμου μας και μας γεμίζει ευγνωμοσύνη και νοηματοδοτεί πολλές απ τις σκηνές της ζωής μας. Όμως η Ελένη αυτό που μυρίστηκε και την θύμωσε ήταν η λύπη εκ μέρους του Αντωνάκη για εκείνη, η ευθύνη της ζωής της που είχε αναλάβει και τι θα γινόταν σ ένα σενάριο ξαφνικού θανάτου του ίδιου. Η Ελένη ήθελε να την αγαπάει όχι να την λυπάται και με παρανομαστή την αγάπη να δράσει. Η επιθυμία της πραγματώθηκε στο τέλος της ταινίας όπου και οι δυο απ την τρομάρα της κατεδάφισης συνειδητοποίησαν πόσο αγαπιούνται και πόσο εν τέλει θέλουν να είναι μαζί. Όμως το ολοκληρωτικό γκρέμισμα του πρώτου τους σπιτιού είναι δηλωτικό του παρακάτω βήματος: αν δεν γκρεμίσεις δεν μπορείς να χτίσεις!

Ελισάβετ Μπαράκου