Υπηρετώντας την ταμπέλα

Αριστείδης Δάγλας- Παραμύθι θα πει παρηγοριά
April 12, 2019
Χαρά Μαρκατζίνου – Με οδηγό την αγάπη
April 14, 2019

Μεσημέρι ώρα 15:00 ανεβαίνω σπίτι μου με τον ηλεκτρικό. Σε κάποια στάση επιβιβάζεται μεταξύ άλλων ένας ηλικιωμένος κύριος, γύρω στα 80 και κάτι. Αμέσως ένας νεότερος του κύριος, εξίσου γκριζομάλλης, του προσφέρει την θέση του για να κάτσει. Ο παππούς αρνείται και σηκώνοντας το χέρι του δείχνει την ταμπέλα του βαγονιού που απεικονίζει ηλικιωμένους, εγκύους και ευπαθή άτομα που χρήζουν θέσης στα ΜΜΜ λέγωντας "αν θέλει ας σηκωθεί κάποιος νέος". Ο νεότερος κύριος, ιδιαίτερα ευγενικός, επιμένει να προσφέρει στον παππού τη βοήθεια αλλά μάταια. Εκείνος με το χέρι σηκωμένο σαν απάντηση συνεχίζει να δείχνει την ταμπέλα. Την επόμενη στιγμή σηκώνεται μια πιτσιρίκα κι ο παππούς κάθεται μονολογώντας. Η διπλανή κυρία πιάνοντας του την κουβέντα αρχίζει να λέει πως είναι μεσημέρι και ο κόσμος σχολάει και οι πιο νέοι είναι και εκείνοι κάπως κουρασμένοι αλλά αυτό δεν χωρά στο κεφάλι του παππού. « Όχι » , λέει, « γιατί είναι κουρασμένοι τί έκαναν ; Και στα γραφεία καθιστοί είναι. Σιγά που κουράζονται ». Και να επιμένει στην τήρηση της ταμπέλας φωνάζοντας « Τι δείχνει εκεί ; τι δείχνει εκεί ;;; » Το περιστατικό από μόνο του δεν διηγείται κάτι περισσότερο από την καθημερινότητα της πόλης. Όμως…στο πρόσωπο αυτού του παππού, πέρα απ' τα προφανή καθημερινά προβλήματα και όσα επιπλέον μπορούμε να κατανοήσουμε (μειωμένη σύνταξη, μοναξιά, προβλήματα υγείας, περιθωριοποίηση από την οικογένεια ίσως) είδα έναν άνθρωπο που ακολουθεί πιστά τις ταμπέλες. Έναν άνθρωπο που δέχεται βοήθεια οχι από εκείνον που του την προσφέρει, τον γκριζομάλλη συνεπιβάτη του, αλλά μόνο από αυτόν που κατά κανόνα πρέπει, κάποιο νέο άνθρωπο, και από αυτόν που του οφείλει, σύμφωνα πάντα με την ταμπέλα και το περιεχόμενο που υπαγορεύει. Ο παππούς έχει δίκιο, αυτό δεν αμφισβητείται. Έχει και στερεότυπα ωστόσο. Επίσης, επάνω από το κεφάλι του έχει κρεμασμένη την προσωπική του ταμπέλα, την οποία και υπηρετεί ως φαίνεται πιστά –και ασυνείδητα- πολλές δεκαετίες της ζωής του. Ένας άνθρωπος που υπηρετεί τις ταμπέλες...και πόσες άραγε θα έχει βάλει ο ίδιος στον εαυτό του. Οι άνθρωποι πολύ συχνά βιαζόμαστε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα, επιδιώκουμε να μεγαλώσουμε την εικόνα με το ζόρι. Βάζουμε παντού ταμπέλες, ταμπελάκια, ταμπελίτσες. « Εσύ είσαι δυνατή, θα τα καταφέρεις, δεν έχεις ανάγκη ». Στην οικογένειά μου είμαι το δεύτερο παιδί. Και το τελευταίο. Ως νήπιο υπήρξα ζωηρό και θα το συνέχιζα σίγουρα αν δεν ερχόταν στις αρχές του Δημοτικού σχολείου μια περιπέτεια της υγείας μου να μου δώσει το πρώτο χαστουκάκι στη ζωή και να μου ψιθυρίσει στο αυτί « τώρα τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν είναι παιχνίδι ». Στη θεραπεία μου υπήρξα πιστή και δυνατή γιατί αναγκάστηκα. Γιατί η ζωή έπαψε εκείνο τον καιρό να είναι ανέμελη. Κάπως έτσι
μου ξέμεινε και η ταμπελίτσα, αυτή της δυνατής, που βρίσκει αντοχή από εκεί που έχει πια στερέψει, όπως τα κινητά τηλέφωνα που από κατασκευής τους έχουν backup μπαταρίας για να κρατήσουν λίγο πιο πέρα από το 2% μέχρι να επαναφορτιστούν. Μεγάλωσα στα χρόνια υπηρετώντας την ταμπέλα μου πιστά. Μου πήρε άλλα τόσα χρόνια για να την ξηλώσω και να την κατεβάσω πάνω από το κεφάλι μου. Την κοιτούσα στραβά, σαν ένα δάχτυλο σηκωμένο που πρόσταζε την εντολή και θύμωνα κάθε φορά που μου επαναλάμβαναν τη φράση. Θύμωνα γιατί ως δυνατή, στα μάτια των άλλων, δεν είχα ανάγκη από τίποτε και κανέναν. Ήμουν μόνη μου ένα αυτόνομο σύστημα κλειστό στηρίζοντας την ύπαρξη μου απόλυτα και πάντα παρούσα για να βοηθήσω τους άλλους. Γιατί ξέχασα να σας πω, στα στερεότυπά μας οι δυνατοί μόνο και πάντα δίνουν βοήθεια μα ποτέ δεν φαντάζει να την χρειάζονται πίσω. Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια και νομίζω γκρέμισα την ταμπέλα μου. Όχι από ανευθυνότητα ούτε από επιπολαιότητα. Την ξήλωσα γιατί έπεσα στην παγίδα της. Μ' έσφιγγε στο λαιμό. Μικρή υπήρξα δυνατή και έκανα τη θεραπεία μου. Υπήρξα όμως δυνατή σε συνάρτηση με την οικογένειά μου. Δεν ήμουν μόνη. Είχα πλάι μου τη μάνα μου όταν έκλαιγα από φόβο και χανόμουν από πανικό. Μοιραζόμουν το άγχος με τους δικούς μου ανθρώπους. Υπήρξα δυνατή αλλά ταυτόχρονα παραδεχόμουν τις αδυναμίες κι εκφράζοντας τους φόβους μου και τις αγωνίες μου. Οι δυνατοί ζητούν – όταν τους επιτρέπεται- έναν ώμο για να κλάψουν αλλά μετά επανέρχονται στον άξονά τους. Δεν γαντζώνονται από τον ώμο που τους παρηγόρησε για να τον κάνουν στήριγμα. Σήκωσα λοιπόν μια νέα ταμπέλα πάνω από το κεφάλι μου. Στις παρωπίδες που όλοι μας φοράμε, ο δυνατός άνθρωπος είναι εκείνος που δεν έχει ανάγκη τίποτε και κανέναν. Λάθος. Ο δυνατός άνθρωπος έχει πολλές ανάγκες, φόβους και ανασφάλειες. Έγινε δυνατός όμως διότι κοίταξε κατάματα όλους τους δαίμονές του και διάλεξε να παλέψει μαζί τους και να μην τους χαριστεί. Διάλεξε να μην τον καταβροχθίσουν μήτε οι δαίμονές του μήτε το κοστούμι που κάποτε παλιά κάποιοι του έραψαν κατά πως το ήθελαν εκείνοι και πασχίζει να χωρεί ακόμα μέσα του, κι ας έχει μεγαλώσει τόσο πολύ.