Ο παγωμένος ωκεανός του κυρίου Θεμιστοκλή

Η συγγραφέας των “πενήντα αποχρώσεων του γκρι” επιστρέφει με τον… “Κύριο”
January 19, 2020
Stay Home- Read Books!
March 13, 2020

Ο παγωμένος ωκεανός του κυρίου Θεμιστοκλή Ένας ακόμα χιονιάς έκανε την εμφάνισή του στον αττικό ουρανό και τούτη τη μέρα του Γενάρη. Περνάμε βαρύ χειμώνα φέτος και το κρύο έγινε τσουχτερό. Οι άνθρωποι κλείνονται μέσα στα σπίτια τους για να προστατευτούν από το ψύχος, κάνοντας οικονομία δυνάμεων. Αυτός ο συγκεντρωτισμός που προκαλεί ο δριμύς χειμώνας και η προστασία του εαυτού καταλήγει σε απομόνωση αν δεν αντιστραφεί σε μια εσωτερική διαδικασία ανοίγματος, σ’ έναν συναισθηματικό διάλογο με τον εαυτό αλλά και με τους οικείους, τους κοντινούς.

Χειμώνας έξω μα στην καρδιά άνοιξη. Με αυτόν τον χειμώνα κατέφθασε σήμερα ο κύριος Θεμιστοκλής στην ομάδα της εργοθεραπείας του. Ξεπρόβαλε στον όροφο ανεβαίνοντας τις σκάλες εμφανώς αγχωμένος να προλάβει πριν κλείσει η πόρτα και μείνει απ’ έξω.

Σαφώς η πίστη στην ομάδα και στην προσπάθεια που καταβάλει για να γυμνάσει τη μνήμη του διατηρώντας την ακόμα δυνατή μα και κάποιο παιδικό βίωμα από τα σχολικά του χρόνια θα αναβίωσε μέσα του, προκαλώντας του εκείνη την αγωνία που τσίτωσε τις ρυτίδες του προσώπου του ακόμα πιο πολύ και μετέτρεψε τα φρύδια του σε δυο ανυψωμένους θάμνους καθώς τους χτυπά ο βοριάς.

Κάποτε, τότε παλιά στα χρόνια του σχολείου του, μπορεί μια μέρα να ξεχάστηκε στην αυλή παίζοντας μπάλα με εκείνη την παιδική έξαψη που κατακλύζει τα αγοράκια όταν κλοτσούν το τόπι. Σαν σειρήνα θα τον μάγεψε η μπάλα, που με δύναμη κλοτσούσε βάζοντας πάντα στόχο τα δοκάρια, και θα του έκλεισε τα αυτιά του με κερί, που ο μικρός Θεμιστοκλής δεν θα άκουσε το κουδούνι που βαρούσε επίμονα σημαίνοντας την επιστροφή στα θρανία.

Κι όταν πια θα κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα, διαπιστώνοντας την ερημιά γύρω του, η καρδιά του θα ανέβασε χτύπους σαν του μικρού τυμπανιστή όταν παίζει ρυθμικά το τύμπανό του.

Ασθμαίνοντας θα έτρεξε να μπει στην τάξη του, φοβούμενος αφενός την ντροπή στα μάτια των συμμαθητών του που έμεινε τελευταίος μα πιο πολύ το ξιλίκι στο χέρι του από τη βέργα του δασκάλου για την αδικαιολόγητη αργοπορία του στο μάθημα. «Καλημέρα κύριε Θεμιστοκλή» τον καλωσόρισε η εργοθεραπεύτρια από το κατώφλι της αίθουσας. Ένα συγκαταβατικό, γεμάτο ανθρωπιά, ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη του, ολοκλήρωσε τον εγκάρδιο χαιρετισμό της μα της πυροδότησε και μια έκπληξη ταυτόχρονα «Κάνει φοβερό κρύο έξω κύριε Θεμιστοκλή!» και θέλοντας να συνεχίσει λίγο τη συζήτηση του λέει «Μα από πού ήρθατε;»

Η απορία της Αντιγόνης προφανώς και στο κεφάλι της ήταν ρητορική μιας και ήξερε πολύ καλά την απάντηση και ότι ο κύριος Θεμιστοκλής μένει στον λόφο του Στρέφη και από ‘κεί ξεκινάει κάθε Τρίτη και Πέμπτη για να έρθει στην ομάδα του. Σίγουρα όμως δεν ήξερε την απάντηση που την περίμενε από το στόμα του. «Από τον παγωμένο ωκεανό έρχομαι» της απάντησε ο κύριος Θεμιστοκλής στολίζοντας την ευφάνταστη περιγραφή του μ’ ένα μειδίαμα στο πρόσωπό του.

Είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακή κάποιες φορές η μοίρα του λόγου και πως αυτός πλάθεται στον εγκέφαλό τους, όταν τούτοι οι άνθρωποι μπαίνουν στο πλοίο της ασθένειας χωρίς επιστροφή. Ευφάνταστες εκφράσεις, γλαφυρές περιγραφές σκαρφαλώνουν στον υπερθετικό βαθμό ερχόμενες να περιγράψουν τον ανατρεπόμενο κατά πολύ πλέον εσωτερικό κόσμο της λογικής τους.

Λέξεις και συναισθήματα που θα τις ζήλευε και ο πολυγραφότερος συγγραφέας βγαίνουν από το στόμα τους, όπως ο παγωμένος ωκεανός του κυρίου Θεμιστοκλή, παρασέρνοντας μας σε μια επικοινωνία πιο αυθεντική, άφιλτρη και ίσως συναισθηματικά πιο ενδιαφέρουσα. Σαφώς και πρόκειται για την καλή εκδοχή της υπόθεσης. Γιατί η κακή εκδοχή, εκείνη η άφιλτρη εκφραστικότητα, η λεγόμενη άρση αναστολών, σίγουρα δεν χαλιναγωγείται και δεν αντιπροσωπεύει καμία ανθρώπινη ύπαρξη στην προ νόσου εποχή της.

Με το κρύο του παγωμένου ωκεανού ακόμα στην πλάτη του, ο κύριος Θεμιστοκλής άρχισε να ξεντύνεται, αφαιρώντας από πάνω του σταδιακά τον βαρύ ρουχισμό που είχε οπλιστεί απέναντι στο ψύχος, σε μια μακριά ιεροτελεστία που θυμίζει τον καθαρισμό ενός κρεμμυδιού όταν του αφαιρούμε ένα προς ένα τα πουκάμισά του. Εξάλλου και ο ίδιος, σαν κρεμμύδι είχε ντυθεί. Η υπερβολική άμυνά του απέναντι στις χαμηλές θερμοκρασίες δεν ήταν μια τυχαία σημερινή διαδικασία λόγω του καιρικού φαινομένου.

Ο κύριος Θεμιστοκλής ξεκινάει από το σπίτι του στη Νεάπολη Εξαρχείων και κατηφορίζει ποδαράτος, για να φτάσει στη δομή κάθε φορά. Τα πρώτα συμπτώματα της νόσου του στέρησαν κάτι που αγαπούσε πάρα πολύ στη ζωή του, την οδήγηση. Πριν τρία περίπου χρόνια, ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του να πάει επίσκεψη στην κόρη του στο Γαλάτσι. Ακολουθώντας την κλασική διαδρομή, έστριψε στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και συνέχισε ευθεία.

Είχε πολύ καιρό να δει τον εγγονό του, τον μικρό Θεμιστοκλή και προ ημερών που μίλησαν στο τηλέφωνο και ο μικρός του παραπονέθηκε για την απουσία του, ο κύριος Θεμιστοκλής υποσχέθηκε επίσκεψη και δώρο στον εγγονό. «Φτου, ξέχασα το δώρο του Θέμη μου…» μονολόγησε ο κύριος Θεμιστοκλής χτυπώντας το δεξί του χέρι επάνω στο τιμόνι, οικτίροντας τον εαυτό του για την αφηρημάδα του.

Δεν τον πείραζε μόνο το γεγονός ότι ξέχασε το πεσκέσι που είχε τάξει στον μικρό μα και η απογοήτευση του παιδιού όταν θα εμφανιζόταν ο παππούς του με άδεια χέρια και ανακόλουθος στις υποσχέσεις του. «Πρέπει να βρω ένα ζαχαροπλαστείο. Θα του αγοράσω κανένα αυτοκινητάκι γεμάτο καραμέλες ή κανένα παρόμοιο παιχνιδάκι που πουλάνε τα ζαχαροπλαστεία για να σώσουν εμάς τους αφηρημένους παππούδες της τελευταίας στιγμής».

Βγαίνοντας από τον συνειρμό των σκέψεων του, λίγα μέτρα πιο πέρα, έβγαλε αλάρμ και καβάλησε ελαφρώς το δεξί πεζοδρόμιο, σταματώντας στο πάρκινγκ ενός ζαχαροπλαστείου που βρέθηκε στον δρόμο του. «Ωραίο μαγαζί» μονολόγησε «πώς και δεν έχω ξανάρθει αλήθεια; Τα γλυκά του φαίνονται λαχταριστά και φρεσκότατα». Η υπάλληλος τον υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο, που φέγγιζε από την αστραφτερή, κατάλευκη οδοντοστοιχία της. Αδύνατη και μικροκαμωμένη, η κοπέλα ήξερα πολύ καλά να εξυπηρετεί τον κόσμο στο μαγαζί. «Μάλλον δεν θα τρώει γλυκά η κοπελίτσα… είναι πολύ αδύνατη…» χαχάνισε μέσα του καθώς την παρατηρούσε να του αμπαλάρει το δώρο σε μια φανταχτερή συσκευασία με κορδέλες και γυαλιστερά χαρτιά.

Να ‘χει ο εγγονός να ξετυλήγει ώρα, για να κορυφωθεί η αγωνία του καταλήγοντας σε μια μεγάλη έκπληξη, αντίστοιχη της προσδοκίας του. Να βγει και ο παππούς ασπροπρόσωπος! Βάζοντας τα ρέστα και την απόδειξη στο πορτοφόλι του, το μάτι του έπεσε πάνω στο όνομα του καταστήματος που ήταν τυπωμένο στο χαρτάκι. «Ζαχαροπλαστείο Τουλίπα» και στην από κάτω σειρά «Αμπελόκηποι». Μια τεράστια απορία φούσκωσε στο κεφάλι του κυρίου Θεμιστοκλή, πως διάολο βρέθηκε στους Αμπελόκηπους, ενώ πήγαινε Γαλάτσι.

Έβαλε την απόδειξη στο πορτοφόλι του και το πορτοφόλι με τη σειρά του στην τσέπη του παντελονιού του. Με την τεράστια απορία να στέκει σαν μαύρο, γεμάτο βροχή σύννεφο, επάνω από το κεφάλι του, έκανε στροφή και κίνησε προς τη γυάλινη πόρτα του μαγαζιού. « Έι… κύριε!!! Ξεχάσατε το δώρο!!!» ακούστηκε η τσιριχτή φωνούλα της λεπτοκαμωμένης κοπέλας, βγάζοντάς τον βίαια από την άβυσσο των σκέψεων του.

Παίρνοντας το δώρο στα χέρια του προσεκτικά για να μην χαλάσει το περιτύλιγμα, λες και ήταν φτιαγμένο από γυαλί, ψέλλισε ένα ματαιωμένο «ευχαριστώ» κι έφυγε. Οι σκέψεις επιβράδυναν τον βηματισμό του προς το αυτοκίνητο ενώ τα ερωτηματικά πλήθυναν όταν βγήκε στον δρόμο και συνειδητοποίησε ότι δεν αναγνωρίζει την περιοχή, ούτε που βρίσκεται. Ο πανικός, απρόσκλητος επισκέπτης, τον κυρίευσε.

Μπήκε στο αυτοκίνητο, ακούμπησε το δώρο στο κάθισμα του συνοδηγού κι έβαλε μπρος στη μηχανή. Κατηφόριζε ευθεία τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας αναζητώντας στ’ αριστερά του το φανάρι που θα τον έβγαζε στην οδό Πανόρμου κι από ‘κεί να σκαρφάλωνε το Νέο Ψυχικό για να βρεθεί μετά στο Γαλάτσι, μέσω του Πανοράματος. Μα το φανάρι πουθενά, άφαντο. «Τι διάολο γίνεται; Πού βρίσκομαι γαμώτο;».

Ο εκνευρισμός και η απόγνωση τον είχαν κατακλύσει. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει και αυτό τον ανάγκαζε να σφίγγει ακόμα πιο πολύ το τιμόνι, για να μην χάσει και αυτόν τον έλεγχο, εκτός από τον έλεγχο της διαδρομής και του νου του. Οι κόμποι στα δάχτυλά του είχαν ασπρίσει από τη δύναμη και την αγωνία του. Αρκετά χιλιόμετρα παρακάτω, μια ταμπέλα στα δεξιά, του έδωσε την απρόσμενη απάντηση που με αγωνία αναζητούσε «Παγκράτι, Μεταμόρφωση, Βύρωνας».

Είχε κατηφορίσει ολόκληρη τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, είχε μπει στην Βασιλίσσης Σοφίας και βρισκόταν πλέον στον ύψος του Χίλτον. Στο αριστερό του στήθος, εσωτερικά, στο μέρος της καρδιάς άρχισε να νιώθει μια ενόχληση. Ακούμπησε το δεξί του χέρι και μια επαναλαμβανόμενη δόνηση τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Το κινητό του χτυπούσε αθόρυβα. «Μπαμπά πού είσαι;» ρώτησε η κόρη του με έκδηλη την απορία της από την άλλη άκρη της γραμμής.

«Έρχομαι παιδί μου, στον δρόμο είμαι. Έκανα μια μικρή στάση για να αγοράσω το δώρο του μικρού. Σε λίγο θα είμαι στο Γαλάτσι. Σε κλείνω όμως τώρα γιατί οδηγώ». Έκλεισε το τηλέφωνο και το ακούμπησε στο κάθισμα του συνοδηγού δίπλα στο δώρο. Ένα τσουνάμι από σκέψεις πλημμύρισε το μυαλό του. Φόβος και σκέψεις σκοτεινές μήπως έχει κληρονομήσει την ασθένεια του πρώτου Θεμιστοκλή, του δικού του παππού, κυριάρχησαν.

Ο πανικός που βίωσε όταν αντιλήφθηκε πως για πρώτη φορά στη ζωή του έχανε τον έλεγχο του μυαλού του, ήταν ένα ισχυρό χαστούκι στο πρόσωπο της αυτοπεποίθησής του. Εντάξει, μπορεί τον τελευταίο καιρό να ήταν πιο στρεσαρισμένος, λόγω των πολλών υποχρεώσεων που είχε φορτωθεί αλλά παρέμενε λειτουργικός. Σίγουρα θα είχε πολύ δρόμο από μια τέτοια αρχή μέχρι να μιλήσουμε για οποιαδήποτε απώλεια μνήμης.

Οπωσδήποτε έπρεπε να πάει στον γιατρό για εξετάσεις. Την επόμενη μέρα νωρίς το πρωί θα επισκεπτόταν τον νευρολόγο. Δυστυχώς όμως, το χαστούκι της πρώιμης απώλειας προσανατολισμού ήταν αρκετά ισχυρό ώστε να τον καθηλώσει στα πόδια του και σίγουρα εκτός τιμονιού για πάντα πια. Ο κύριος Θεμιστοκλής έβγαλε το καφέ κασκόλ του και το κρέμασε επάνω από το παλτό του στην κρεμάστρα.

Έκατσε στην καρέκλα και μοιράστηκε για ακόμα μια μέρα το μεγάλο καφέ τραπέζι με τους συνομαδίτες του νοσούντες. Αυτό το μεγάλο καφέ τραπέζι φέρει επάνω του αμέτρητα αποτυπώματα αγωνίας, συστολής και απέραντου φόβου. Έχει ποτίσει από τα ιδρωμένα χέρια των ανθρώπων μας που καθημερινά δίνουν μάχη με τη νόσο.

Οι άνθρωποι που νοσούν από αλτσχάιμερ πεθαίνουν δύο φορές μέσα σε μια ζωή. Ο πρώτος θάνατος είναι εκείνος του μυαλού, της υπαρξιακής συνείδησης. Ο δεύτερος είναι ο βιολογικός. Η Αντιγόνη, κρατώντας στα χέρια της μια κούπα με αχνιστό, μυρωδάτο καφέ κι ένα χαρτί με τις ημερήσιες ασκήσεις μπήκε στην αίθουσα. «Καλημέρα σας!» ευχήθηκε σε όλους τους παρευρισκόμενους μ’ ένα πλατύ χαμόγελο.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της και διατηρώντας ακόμα τη φωνή της σε υψηλούς τόνους, ακούστηκε μέχρι έξω στον διάδρομο ρωτώντας τους «Τι μέρα έχουμε σήμερα;». Μια ακόμα μάχη ξεκινούσε.