Όταν μιλούνε οι νεκροί

Ανέφαλα κι αγρίμια- βιβλιοκριτική
April 8, 2021
Ευ ζην από τις εκδόσεις Ψυχογιός!
June 2, 2021

Την έτρωγε η αγωνία την καημένη την Βιργινία. Εδώ και βδομάδες ολόκληρες έλιωνε η καρδιά της για τον Κωνσταντή ένα παληκάρι από την τρανή πόλη της Αλεξανδρούπολης. Τον είχε γνωρίσει στο πανηγύρι του χωριού της και από εκείνη την νύχτα λες και την είχαν μαγέψει. Ότι δουλειές τις έβαζε η μάνα της να κάνει,τις έκανε λάθος ή τις ξεχνούσε κάνοντας την κυρά Ρήνα να γκρινιάζει για τα καμώματα της κόρης της.

"Σου πήρε το μυαλό ο έρωτας την κορόιδευαν οι φιλενάδες της. Όλο αυτόν σκέφτεσαι και έχασες το λίγο μυαλό που κουβαλάς."

"Και τι να κάνω κορίτσια; Να ξερα τουλάχιστον τι νιώθει για μένα,να ηρεμουσα και εγώ η δολια."

"Κάνε το τελετουργικό με τον καθρέφτη τώρα που σιμωνει η γιορτή της Πεντηκοστής"αποκρίθηκε μια από τις φίλες της.

"Πώς γίνεται αυτό;"ρώτησε η Βιργινία.

"Μην σε νοιάζει αυτό, εγώ θα σε βοηθήσω. Το έκανε και η μακαρίτισσα η γιαγιά μου. Εσύ μόνο φέρε τον καθρέφτη σου που κοιταζεσαι κάθε μέρα." Μετά από λίγες μέρες έφτασε και η μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής. Η ερωτευμένη κοπέλα σαν τελείωσε η λειτουργία στην εκκλησία του χωριού της ξεχύθηκε για να βρει τις φίλες της. Μετά από λίγη ώρα τις αντάμωσε κοντά στην πλατεία του χωριού που είχαν βγει για βόλτα.

"Έφερα αυτό που μου ζήτησες. Τώρα τι θα κάνουμε;"ρώτησε η Βιργινία. "Ακόλουθα μας γοργά και μην μιλάς"απάντησε η φίλη της. Οι τρεις κοπέλες άρχισαν να διασχίζουν το χωριό και μόλις πέρασαν και το κοιμητήριο στάθηκαν σε ένα πηγάδι που ήταν μέσα σε ένα καταπράσινο χωράφι.. Δεν υπήρχε ούτε δέντρο δίπλα ή σε κοντινή απόσταση, ούτε καν κάποιος θάμνος.Μονο το πηγάδι και οι τρεις κοπέλες.

"Κοίτα τα νερά του πηγαδιού Βιργινία"παραγγειλε η φίλη της.

"Είναι καθαρια, χωρίς σκουπίδια και ακαθαρσίες"απάντησε αυτή.

"Εδώ θα γίνει το μαγικό. Θα βάλεις τον καθρέφτη σου στο άνοιγμα του πηγαδιού, ώστε να φαίνεται από τον καθρέφτη η αντανάκλαση του ουρανού στα πηγαδισια τα νερά".

"Αυτό είναι μόνο;"

"Οχι ανυπόμονη. Εκεί εσύ που θες να μιλήσεις με τα πνεύματα ,θα πρέπει να αποφασίσεις με ποιον νεκρό δικό σου να μιλήσεις. Πρόσεχε όμως όχι ερωτήσεις γιατί θα χαθείς . Άσε την ψυχή του νεκρού να μιλήσει και να θυμάσαι, όχι ερωτήσεις." Τρέμοντας η ερωτευμένη κοπέλα τοποθέτησε τον καθρέφτη όπως της υπέδειξε η φίλη της και αφού πήρε μια βαθιά ανάσα έκλεισε τα μάτια της και έκανε την απόκοσμη επίκληση.

"Θέλω να δω τον ξάδερφο μου τον Διαμαντή τον αδικοχαμένο"αποκρίθηκε. Πέρασαν λίγες στιγμές και έπειτα άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα αποτελέσματα. Μέσα από το τζάμι του καθρέφτη άρχισαν σαν παρέλαση να εμφανίζονται μορφές νεκρών μα γνωστών της ανθρώπων. Μερικές περνούσαν γοργά ενώ άλλες κοντοστεκονταν για λίγο και αφού έριχναν ένα άψυχο βλέμμα στην τρομαγμένη Βιργινία, συνέχιζαν την αέναη πορεία τους.

Ξάφνου φάνηκε στο κρύσταλλο το γνώριμο πρόσωπο του Διαμαντή,του πρώτου της ξαδέρφου που χάθηκε στο μέτωπο της Αλβανίας. Το πρόσωπο του ήταν κσταχλωμο, νεκρικό,τα χείλη του λευκά και σκασμενα . Φορούσε την επίσημη στολή του με ένα παράσημο στο στήθος καρφωμένο και μερικά ξεραμένα λουλούδια πάνω σε αυτή.

"Εμφανίστηκε όπως τον έθαψαν τον δόλιο"μουρμουρισε χαμηλόφωνα η Βιργινία. Η μορφή του νεκρού κάνοντας δυο κινήσεις εμπρός και πίσω , ήρθε στην μέση του καθρέφτη και άρχισε να μιλά.

" Τον Κωνσταντή που λαχταρας

μάθε πως άδικα καρτερας

γιατί σε γάμο έχει δοθεί

πατέρας σύντομα θε να γενει.

Και συ καψερη που έρωτα κοιτάς

αχ να ξερες πως στο μνήμα γοργά θα πας.

Λευκό νυφικό πάνω σου δε θα φορέσεις

παρά σάβανο ,γιατί του Χάρου του αρέσεις."

Η μορφή μόλις ανέφερε την τελευταία λέξη χάθηκε ξάφνου από τον καθρέφτη. Μια νεκροκεφαλή μπόρεσε να διακρίνει για μια στιγμή μόνο η άτυχη Βιργινία και αφήνοντάς τον να πέσει έγινε κομμάτια.

"Πάμε να φύγουμε κορίτσια" απάντησε πνιγμένη στους λυγμούς. "Μην φοβάσαι δεν βγαίνουν πάντα τα μελλούμενα"αποκρίθηκαν οι φίλες της. Η τρομαγμένη κοπέλα αμίλητη έσκυψε το κεφάλι της και πήρε τον δρόμο του χωριού. Την άλλη μέρα το πρωί η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε πένθιμα.

"Τι έγινε; Ποιος πέθανε ρωτούσαν;".

"Η κόρη της κυρά Ρηνας. Όπως ξάπλωσε το βράδυ δεν ξαναξυπνησε.

"Την αγάπησε ο Χάρος "συμπλήρωσε μια γριά. Αμίλητη η φίλη της αδικοχαμένης μόλις έμαθε το μαύρο μαντάτο μόνο μια φράση ξεστόμισε.

"Οι νεκροί ποτέ δεν κάνουν λάθος."